ανάφλεξη


ανάφλεξη
[анафлекси] ουσ. θ. воспаление

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανάφλεξη" в других словарях:

  • ανάφλεξη — η 1. άναμμα, κάψιμο: Από απροσεξία έγινε ανάφλεξη της βενζίνης. 2. «σημείο ανάφλεξης» λέγεται ο βαθμός της θερμοκρασίας κατά τον οποίο οι ατμοί μιας ουσίας σχηματίζουν με τον ατμοσφαιρικό αέρα φλεγόμενο μείγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανάφλεξη — η (Α ἀνάφλεξις) [αναφλέγω] 1. ξαφνική και απότομη μετάδοση σπινθήρα ή φλόγας 2. έκρηξη πάθους, αναρρίπιση πάθους 3. ξέσπασμα ταραχών, πολέμου κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • ἀναφλέξῃ — ἀναφλέξηι , ἀνάφλεξις lighting up fem dat sg (epic) ἀναφλέγω light up aor subj mid 2nd sg ἀναφλέγω light up aor subj act 3rd sg ἀναφλέγω light up fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • αυτανάφλεξη — Φαινόμενο κατά το οποίο σε μερικά σώματα αυξάνεται αυτόματα η θερμοκρασία εξαιτίας χημικών αντιδράσεων που συντελούνται μέσα σε αυτά και οξειδώνονται από το οξυγόνο του ατμοσφαιρικού αέρα, με αποτέλεσμα να σημειωθεί ανάφλεξη, χωρίς βέβαια καμιά… …   Dictionary of Greek

  • αερόπλοιο — Αεροσκάφος το οποίο αποτελείται από ένα αερόστατο εφοδιασμένο με κινητήρες προώθησης και με όργανα ευστάθειας που του επιτρέπουν να κινείται σε καθορισμένη διεύθυνση και ύψος. Αποκαλείται επίσης και πηδαλιουχούμενο αερόστατο. Τα α., που η χρήση… …   Dictionary of Greek

  • θείο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο S (από το λατινικό sulphur). Ανήκει στην έκτη ομάδα του περιοδικού συστήματος και στην πρώτη υποομάδα, με ατομικό αριθμό 16, ατομική μάζα 32,06, ενώ έχει τρία σταθερά ισότοπα. Συναντάται στη φύση, είτε στη στοιχειακή… …   Dictionary of Greek

  • μοτοσικλέτα — Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από …   Dictionary of Greek

  • πυρανάφλεξη — η, Ν (μηχαν.) αυτόματη και απρογραμμάτιστη ανάφλεξη τού καύσιμου μίγματος στον κύλινδρο μιας μηχανής εσωτερικής καύσης που δημιουργείται κοντά στα τοιχώματα τού θαλάμου καύσης είτε με την επαφή τού καυσίμου με υπέρθερμες μεταλλικές επιφάνειες,… …   Dictionary of Greek

  • φλεκτικός — ή, όν, Μ [φλέγω] κατάλληλος για ανάφλεξη, αναφλεκτικός. επίρρ... φλεκτικῶς Μ με ανάφλεξη …   Dictionary of Greek